Μην ντρέπεσαι να γράφεις αυτά που οι άλλοι δεν ντρέπονται να κάνουν

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Σαν τον Χορν με τη Λαμπέτη...



Εχω προσπαθήσει πολλές φορές να μασκαρέψω την ψυχοφθόρα ευαισθησία μου. Στο παρελθόν, γιατί στα 43 βαρέθηκα να προσποιούμαι κάποιον άλλον. Κι έτσι την αντιλαμβάνονται όλοι. Και δεν αργεί να σου κολλήσει και η ρετσινιά τού "καλού παιδιού". Μην το γελάτε. Δεν βγήκε τυχαία η παροιμία "ο καλός καλό δεν βλέπει". Αλλωστε, όπως ένας μεγάλος ανήρ υποστήριξε, "ο φθόνος είναι για τους δυνατούς και η συμπάθεια για τους αδύναμους". Και οι πολλές συμπάθειες που έχω δεν προοιωνίζονται τίποτα καλό όπως αντιλαμβάνεστε...
Εδώ και αρκετές μέρες ζω συντροφιά με τη βαθιά μελαγχολία μου. Γιατί πρόκειται για το πρελούδιο της κορύφωσης του... δράματος. Μια σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Και αν υπάρχει κάτι αστείο σ' αυτή την υπόθεση είναι ότι μόνος μου επέλεξα τη σειρά των γεγονότων. Είναι βέβαιο πως-τουλάχιστον δύο-άνθρωποι θα πληγωθούν, ίσως και ανεξίτηλα. Ομως, γνωρίζω καλά μέσα μου πως άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Κυριολεκτικά μιλώντας, ή τώρα ή ποτέ.
Υπάρχουν δυο καταθλιπτικά τραγούδια που με στοιχειώνουν από μικρό. Αρκεί να ακούσω το ρεφρέν τους για να μου ανέβει ο κόμπος στον λαιμό, να βουρκώσω, να πλημμυρίσω με δάκρυα. Πρόκειται για το "Βάρκα χωρίς πανιά" που ερμηνεύει αισθαντικά ο Μιχάλης Βιολάρης, με τη συγκίνησή μου να κορυφώνεται στη φράση "βούλιαξε η αγάπη μας τι κρίμα...". Το δεύτερο τραγουδάει ο Πουλόπουλος και μου δημιουργεί παραπλήσια συναισθήματα: "Ποια νύχτα σ' έκλεψε", με την καρδιά να υποφέρει στον στίχο "αγαπη μού δεν θα σε ξαναδώ". (Σ.σ.: Ετσι τονίζεται)
Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί βιώνω τόσο λυπητερά συναισθήματα με τα παραπάνω γνωστά τραγούδια. Και κατέληξα ότι στεναχωριέμαι γιατί παραπέμπουν στο "για πάντα". Οτι υπονοούν πως δεν υπάρχει επιστροφή. Και αυτό με διαλύει.
Αλλά θα ήθελα να σας μεταφέρω από το τραγούδι στον κινηματογράφο. Στη χιλιοπαιγμένη, μα πάντοτε αγαπημένη, "Κάλπικη λίρα". Στην τελευταία από τις σπονδυλωτές ιστορίες, η αδυσώπητη φτώχεια και η ζοφερή πραγματικότητα δηλητηριάζουν το δεμένο ζευγάρι Χορν και Λαμπέτη. Ο πρώτος, χαμένος μέσα στον ρομαντισμό του καμβά του, αδυνατεί να αντιληφθεί μια καθοριστική αλλαγή στη συμπεριφορά της Λαμπέτη: Η τελευταία αρχίζει να κουράζεται από τις εξαντλητικές κακουχίες. Θυσιάζει την άλλοτε άτρωτη αγάπη τους και επιστρέφει στο πατρικό της για να παντρευτεί κάποιον που την πολιορκεί αλλά δεν τον αγαπά.
Η σκηνή στο τέλος της ταινίας που συναντιούνται πιθανότατα για στερνή φορά, που το κοινό γνωρίζει πως, παρά τη συγκίνηση που τους διακατέχει για τον σκληρό χωρισμό τους, δεν θα ξαναειδωθούν ποτέ ξανά είναι συγκλονιστική και συνάμα διδακτική: Η μοίρα μπορεί να φέρει δυο ανθρώπους που έμοιαζαν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον να ζήσουν χωριστά, εξαιτίας μιας τυχαίας παραμέτρου, μιας ασήμαντης λεπτομέρειας.
Σας έκλεψα αρκετό από τον πολύτιμο χρόνο σας, όμως ο ρόλος του Χορν για μια ευαίσθητη καρδιά είναι πραγματικά ανυπόφορος. Ηθελα να σας το εκμυστηρευθώ, πριν-αναγκαστικά-τον υποδυθώ. Τώρα, φαντάζομαι, θα υποψιάζεστε και ποια είναι η Λαμπέτη...
Αρης Νόμπελης

Επισκεπτες

copyright ©: Όμιλος Επικοινωνίας "Nobile" , Άρης Νόμπελης, "Προφίλ της πόλης" επικοινωνία : arisnobelis_profil@yahoo.gr